βόσκημα

βόσκημα
пасомое
- βοσκήματα

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "βόσκημα" в других словарях:

  • βόσκημα — that which is fed neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βόσκημα — το (AM βόσκημα) [βόσκω] 1. ζώο που βόσκει, χορτοφάγο, εξημερωμένο ζώο νεοελλ. η βόσκηση αρχ. η νομή, η τροφή …   Dictionary of Greek

  • βόσκημα — το το να βόσκει κανείς: Το κοπάδι βγήκε για βόσκημα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • βοσκημάτων — βόσκημα that which is fed neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοσκήμασι — βόσκημα that which is fed neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοσκήμασιν — βόσκημα that which is fed neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοσκήματα — βόσκημα that which is fed neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοσκήματε — βόσκημα that which is fed neut nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοσκήματι — βόσκημα that which is fed neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοσκήματος — βόσκημα that which is fed neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βοσκήματ' — βοσκήματα , βόσκημα that which is fed neut nom/voc/acc pl βοσκήματι , βόσκημα that which is fed neut dat sg βοσκήματε , βόσκημα that which is fed neut nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»